Νέα Μελέτη – 82% των ακτιβιστών-καταναλωτών στο Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζουν εταιρείες που «κάνουν το σωστό»

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου, 2018

31 Ιανουαρίου 2018 – Οι επιχειρήσεις ενδέχεται να μη χρησιμοποιούν ένα απαραίτητο «τέχνασμα» εάν δεν έχουν υπεύθυνη συμπεριφορά για την προώθηση των εμπορικών τους δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τα ευρήματα μιας έρευνας ανάμεσα σε 1.000 βρετανούς καταναλωτές.

Η μελέτη του Weber Shandwick και του συνεργάτη της KRC Research Battle of the Wallets: the Changing Landscape of Consumer Activism, αποκαλύπτει τον βαθμό στον οποίο ο σύγχρονος καταναλωτής θα ανταποκριθεί στην καλή συμπεριφορά μιας επιχείρησης προτιμώντας τα αγαθά ή τις υπηρεσίες της.
Το αναπτυσσόμενο φαινόμενο – που ονομάζεται “BUYcotting” – χαρακτηρίζει μια γενιά που περιλαμβάνει ακτιβιστές καταναλωτές και ΜΚΟ οι οποίοι επιθυμούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους για τον τρόπο συμπεριφοράς ορισμένων εταιρειών.

Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία, το BUYcotting αναμένεται να αναπτυχθεί ταχύτερα από τα «μποϊκοτάζ» τα επόμενα χρόνια – ένα σημαντικό ζήτημα που λαμβάνουν υπ’ όψιν τους οι εταιρείες του Ηνωμένου Βασιλείου που αναθεωρούν την προσέγγισή τους για κρίσιμα θέματα όπως η χρήση πλαστικών, η φορολογία και οι διακρίσεις στο χώρο εργασίας.

Η έρευνα εξέτασε τις στάσεις και τις δραστηριότητες των 1.000 βρετανών καταναλωτών, οι οποίοι εξετάστηκαν με βάση τη λήψη κάποιου είδους δράσης – αγοραστικής ή άλλης- υπέρ ή κατά μιας εταιρείας ή μάρκας. Διαπίστωσε ότι το 91% αυτής της ομάδας είχε εμπλακεί σε μποϊκοτάζ και 58% BUYcotting. Είχαν μποϊκοτάρει μια εταιρεία κατά μέσο όρο 6,3 φορές τα τελευταία δύο χρόνια, με τους BUYcotters να παίρνουν κατά μέσο όρο 5,6 θετικά βήματα για να αγοράσουν από μια «καλή» επιχείρηση.

Είναι ενδιαφέρον ότι το 29% αναμένεται να επιταχύνει το BUYcotting τους επόμενους 24 μήνες, ενώ το 22% αναμένει να μποϋκοτάρει πιο τακτικά, μια στατιστικά σημαντική διαφορά που υποδηλώνει ότι το BUYcotting αυξάνεται. Και οι δύο (όσοι μποϊκοτάρουν αλλά και οι BUYcotters) θεώρησαν ότι τα κοινωνικά μέσα κάνουν τις εκστρατείες αυτές πιο αποτελεσματικές, με το 76% και το 79% αντίστοιχα να συμφωνούν.

Μια διάσταση αυτής της μετατόπισης της συμπεριφοράς σχετίζεται με την αλλαγή της γενιάς και αντικατοπτρίζεται στο γεγονός ότι οι νεότεροι ερωτηθέντες ήταν πιο πιθανό να ευνοήσουν τα BUYcotts, πάνω από τα μποϊκοτάζ, υποστηρίζοντας περαιτέρω την προσδοκία ενίσχυσης του κινήματος BUYcott.

Μια παράλληλη μελέτη των Αμερικανών ακτιβιστών – καταναλωτών είχε αποτελέσματα στενά συσχετισμένα με αυτά του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σχολιάζοντας την έρευνα, ο κ. Jon McLeod, Chairman UK Corporate Financial and Public Affairs της Weber Shandwick, δήλωσε: «Το φαινόμενο του μποϊκοτάζ άνθισε ανάμεσα στους baby boomers, οι οποίοι μεγάλωσαν με επιτυχημένες εκστρατείες μποϊκοτάζ. Η επόμενη γενιά των ακτιβιστών καταναλωτών φαίνεται πολύ διαφορετική. Με βάση τα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης, θα ανταμείβουν ολοένα και περισσότερο τις εταιρείες που προσφέρουν ένα προϊόν υψηλής ποιότητας, ενώ παράλληλα κάνουν το σωστό.

Η Emma Thompson, Chair της Weber Shandwick UK Consumer Practice, πρόσθεσε: “Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δρουν σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον μάρκετινγκ των καταναλωτών. Δεν είναι πλέον αρκετό για τις εταιρείες να υιοθετούν ηθικές πολιτικές, πρέπει να συνδέονται στενά με τα καταναλωτικά κοινά τους με τρόπο που να επιτρέπει στους υποστηρικτές τους να γίνουν ακτιβιστές-καταναλωτές”

Η Leslie Gaines-Ross, chief reputation strategist της Weber Shandwick δήλωσε: “Δεν πρέπει να παραβλέπεται η επιρροή που έχει ο καταναλωτικός ακτιβισμός στην φήμη της εταιρείας. Ενώ πολλές επιχειρήσεις ενδέχεται να ανησυχούν για τις οικονομικές επιπτώσεις ενός μποϊκοτάζ, η επίδραση στη φήμη είναι συχνά ακτιβιστική προτεραιότητα των καταναλωτών”.